πορισμός

πορισμός
ο, ΝΑ [πορίζω]
1. εξεύρεση, προμήθεια («ὁρῶν δ' ὅτι ταχέως ἀναγκασθήσονται μεταστρατοπεδεύειν οἱ Καρχηδόνιοι διά τὸν πορισμὸν τῶν ἐπιτηδείων», Πολ.)
2. εξοικονόμηση χρημάτων
3. η εξεύρεση τών προς το ζην αναγκαίων
αρχ.
1. ο τρόπος απόκτησης χρηματικού κέρδους
2. το μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να πετύχει κέρδος ή ωφέλεια («ἀνθρώπων... νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν», ΠΔ).

Dictionary of Greek. 2013.

Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • πορισμός — providing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορισμός — ο η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πορίζω ή πορίζομαι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πορισμοῖς — πορισμός providing masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορισμοί — πορισμός providing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορισμοῦ — πορισμός providing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορισμούς — πορισμός providing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορισμῶν — πορισμός providing masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορισμῷ — πορισμός providing masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορισμόν — πορισμός providing masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιοπορισμός — ο απόκτηση των απολύτως αναγκαίων για τη ζωή με προσωπική εργασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < βίος + πορισμός < πορίζω «παρέχω». Η λ. μαρτυρείται από το 1868 στον Εμμ. Κρητικίδη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”